Live Review: The Cure, Nothing But Thieves, Matt Berninger @ Ejekt Festival, 15.07.2026
Live Reviews Ιουλίου 28, 2026Η 15η Ιουλίου ήταν σημειωμένη ως η μεγαλύτερη συναυλιακή ημέρα του 2026. Οι τιτανοτεράστιοι The Cure επέστρεψαν στην χώρα μας, στο πλαίσιο του Ejekt Festival που διεξήχθη για άλλη μια χρονιά στον εξωτερικό χώρο του OAKA, καταφέρνοντας να συγκεντρώσουν χιλιάδες κόσμου. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή αφού το πρόγραμμα του Ejekt άνοιξε ο Matt Berninger, γνωστός ως frontman των The National, ο οποίος παρουσίασε ένα σόλο πρόγραμμα βασισμένο τόσο στην προσωπική του δισκογραφία όσο και σε λίγες επιλεγμένες συνθέσεις του συγκροτήματός του. Η εμφάνισή του πραγματοποιήθηκε υπό το φως της ημέρας, με τον ίδιο να κινείται με άνεση στη σκηνή και να διατηρεί σταθερή εκτελεστική ακρίβεια στα φωνητικά. Αν και φαν του συγκροτήματος, πρέπει να ομολογήσω ότι τα τελευταία άλμπουμ των The National δεν μου είπαν και πολλά πράγματα και ακόμα λιγότερα οι προσωπικές δουλειές του κύριου Berninger. Ο τελευταίος όμως παρουσιάστηκε ιδιαίτερα ενεργητικός και με μεγάλη ένταση - δεδομένου και της ώρας - ζέστης που εμφανίστηκε και κέρδισε τους παρευρισκόμενους με την ανταπόκριση του κοινού να είναι κάτι παραπάνω από θερμή.
Τη σκυτάλη παρέλαβαν οι Βρετανοί Nothing But Thieves, οι οποίοι ανέβασαν σημαντικά τους ρυθμούς της βραδιάς. Το συγκρότημα παρουσίασε ένα συμπαγές setlist που κάλυψε τις σημαντικότερες στιγμές της δισκογραφίας τους, με τον τραγουδιστή Conor Mason να ξεχωρίζει για την τεχνική και τις φωνητικές του δυνατότητες. Τους θεωρώ μια πολύ καλή μπάντα που θα κούμπωναν καλύτερα σε ένα λάιβ π.χ. με τους Muse. Ζωντανά επίσης δεν μου πρόσφεραν το κάτι παραπάνω, σε σημείο που οριακά βαρέθηκα. Παρόλα αυτά ο ήχος τους διατηρήθηκε δυνατός και καθαρός, γεγονός που επέτρεψε την πλήρη ανάδειξη των εναλλακτικών rock κιθαριστικών θεμάτων. Η αρένα αντέδρασε άμεσα στους ρυθμούς των πιο δημοφιλών συνθέσεών τους, με έντονο χειροκρότημα φανερώνοντας ότι έχουν πολλούς φίλους μέσα στο εγχώριο κοινό.
Έφτασε λοιπόν η ώρα για τον βασικό λόγο που είχαν έρθει όλοι στον συναυλιακό χώρο. Τι έχει όμως μεσολαβήσει από την προηγούμενη εξαιρετική εμφάνιση των The Cure το 2019; Αρχικά το προφανές, δηλαδή τα επτά χρόνια αλλά κυρίως ένα φανταστικό άλμπουμ, το οποίο ήταν και το κορυφαίο του 2024 για το POEt'S SOUND. Δυστυχώς όμως δεν έπαιξαν ούτε ένα κομμάτι από το αριστουργηματικό "Songs Of A Lost World". Οι The Cure όμως δεν απογοητεύουν ό,τι και να παίξουν και δεν το έκαναν ούτε σε αυτή την περίσταση, χαρίζοντάς μας μια εμφάνιση που διήρκησε πάνω από δυο ώρες και κάλυψε ένα μεγάλο φάσμα της πολυετούς καριέρας τους. Ο Robert Smith και τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος ξεκίνησαν τη συναυλία με το "Plainsong" μέσα σε ένα σχεδόν κινηματογραφικό σκηνικό. Παρουσίασαν νωρίς στο πρόγραμμα κλασικά "χιτάκια" όπως τα "Pictures of You", "Lovesong", ενώ μεγάλη χαρά πήρα όταν μέσα σε αυτά άκουσα και τα "Catch" και "High". Αλλά αυτή η χαρά δε συγκρίνεται με τίποτα όταν ήρθε η στιγμή να ακούσω το αγαπημένο μου κομμάτι του συγκροτήματος, το "Burn". Συνολικά η εκτελεστική απόδοση της μπάντας χαρακτηρίστηκε από απόλυτη συνοχή και τεχνική αρτιότητα.
Η δομή του setlist περιέλαβε επίσης μια αναδρομή και στις πιο σκοτεινές περιόδους του συγκροτήματος, με την παρουσίαση κομματιών όπως τα "A Forest", "Push", "Play for Today", "Fascination Street" και "Disintegration". Ίσως έλειψε κάποιο κομμάτι από το "Pornography", ενώ πολύ θα ήθελα να ακούσω και το "Want". που απ'ό,τι είδα υπήρχε σε άλλα σετ του συγκεκριμένου τουρ. Με αποζημίωσαν όμως με το "alt.end" από τον ομώνυμο δίσκο τους που δεν είναι και πολύ αγαπημένος (αλλά προσωπικά τον λατρεύω). Το γεγονός είναι ότι οποιοδήποτε κομμάτι και αν διαλέξουν οι The Cure ή οποιοδήποτε σετ, το αποτέλεσμα θα είναι εξίσου φανταστικό. Έχουν τέτοια δισκογραφία που απλά δεν παίζει κανένα ρόλο, απλώς μετά το μόνο που μένει είναι οι προσωπικές προτιμήσεις του καθενός.
photo by Eva SklavouΒασικά δεν έχω πολλά να σχολιάσω για τη συναυλία των The Cure. Θα μπορούσα να πω πολλά επίθετα. Μαγική, υπερβλητική, καταπληκτική και πολλά ακόμα και ίσως μπορεί να μην είμαι τόσο αντικειμενικός γιατί πρόκειται για μια από τις αγαπημένες μου μπάντες. Αυτό που αναμφίβολα την ξεχώρισε από την προηγούμενη επίσκεψή τους ήταν το σετλιστ τους. Όχι τόσο τα κομμάτια αλλά η ροή που είχαν. Η τελευταία ήταν η ιδανική και αυτό την έκανε πολύ καλύτερη από εκείνη του 2019. Η ανταπόκριση του κοινού σε όλη τη διάρκεια ήταν καθολική, με τον κόσμο να παρακολουθεί με προσήλωση καθ' όλη τη διάρκεια της πολύωρης παραμονής τους επί σκηνής. Η συναυλία οδηγήθηκε στην ολοκλήρωσή της με μια σειρά από διαδοχικά χιτάκια, με τα "The Lovecats", "Close to Me", "Friday I'm in Love", "Why Can't I Be You?" και "Boys Don't Cry" να σε φέρνουν σε ένα σημείο που να νομίζεις ότι είναι...just like heaven!
Το αμερικανικό post-punk συγκρότημα των Protomartyr ανακοίνωσε την κυκλοφορία του νέου του στούντιο άλμπουμ με τίτλο "Hotel Usona", το οποίο πρόκειται να διατεθεί στις 25 Σεπτεμβρίου μέσω της δισκογραφικής εταιρείας Domino. Ο δίσκος αποτελεί την πρώτη ολοκληρωμένη δουλειά του σχήματος έπειτα από τρία χρόνια και το άλμπουμ "Formal Growth In The Desert". Η παραγωγή του δίσκου πραγματοποιήθηκε από τον Dave Fridmann στα Tarbox Road Studios στη Νέα Υόρκη.
Παράλληλα με την ανακοίνωση του άλμπουμ, δημοσιοποιήθηκε το πρώτο single με τίτλο "Sounds We Cannot Hear". Το κομμάτι συνοδεύεται από επίσημο μουσικό βίντεο σε σκηνοθεσία των Danny Scharar και Harris Mayersohn, στο οποίο πρωταγωνιστεί ο ηθοποιός Nate Varrone.
Ο Αυστραλός Buzz Kull επιστρέφει στην Αθήνα την Πέμπτη 27 Αυγούστου και το Death Disco. Ο Buzz Kull κατά κόσμον Marc Dwyer αποτελεί μία από τις πλέον ξεχωριστές και αινιγματικές παρουσίες της σύγχρονης αυστραλιανής underground σκηνής. Μέσα από έναν σκοτεινό και βαθιά συναισθηματικό ήχο, ο δημιουργός πίσω από το project εξερευνά θέματα υπαρξιακής αγωνίας, αποξένωσης και εσωτερικής αναζήτησης, αποτυπώνοντας με μοναδικό τρόπο τις πιο κρυφές πτυχές της ανθρώπινης ψυχής.
Αντλώντας επιρροές από το post-punk, το coldwave και το minimal wave, ο Buzz Kull συνθέτει ηχητικά τοπία όπου παλλόμενα synthesizers, υποβλητικά drum machines και στοιχειωμένα φωνητικά συνυπάρχουν σε απόλυτη ισορροπία. Το αποτέλεσμα είναι ένας καθηλωτικός ήχος που ισορροπεί ανάμεσα στη μελαγχολία και την ένταση, δημιουργώντας μια εμπειρία βαθιά συναισθηματική και λυτρωτική.
Η μουσική του δεν λειτουργεί απλώς ως καλλιτεχνική έκφραση, αλλά ως ένα μέσο εξερεύνησης των πιο σκοτεινών και εύθραυστων πλευρών της ανθρώπινης ύπαρξης. Μέσα από τις συνθέσεις του, ο Buzz Kull προσκαλεί το κοινό να αντιμετωπίσει τους προσωπικούς του φόβους, να αγκαλιάσει τις αδυναμίες του και να ανακαλύψει την ιδιαίτερη ομορφιά που κρύβεται μέσα στη θλίψη και την ενδοσκόπηση.
Σε μια εποχή που συχνά δίνει έμφαση στην επιφάνεια, ο Buzz Kull υπενθυμίζει ότι οι πιο ουσιαστικές ανθρώπινες εμπειρίες βρίσκονται στα βάθη του σκοταδιού, εκεί όπου η μουσική μετατρέπεται σε συναίσθημα και η μελαγχολία σε τέχνη.
Το βρετανικό συγκρότημα των Echo & the Bunnymen ανακοίνωσε την κυκλοφορία του 13ου στούντιο άλμπουμ του με τίτλο "Apples For Isaac", το οποίο έχει προγραμματιστεί να διατεθεί στις 18 Σεπτεμβρίου μέσω της δισκογραφικής εταιρείας BMG. Ο δίσκος, ο οποίος διαδέχεται το "Meteorites" του 2014 και αποτελεί την πρώτη δουλειά με νέο υλικό του σχήματος έπειτα από 12 χρόνια, περιλαμβάνει 11 συνθέσεις (είχαν μεσολαβήσει και δυο νέα κομμάτια το 2018 - τα "The Somnambulist" και "How Far?"). Στα 10 από τα 11 κομμάτια συμμετέχει στα τύμπανα ο εκλιπών Clem Burke, ντράμερ των Blondie, ο οποίος απεβίωσε κατά τη διάρκεια ολοκλήρωσης των ηχογραφήσεων. Παράλληλα με την ανακοίνωση του δίσκου, το συγκρότημα δημοσιοποίησε το πρώτο single με τίτλο "Brussels Is Haunted", το οποίο είναι διαθέσιμο σε όλες τις ψηφιακές πλατφόρμες και συνοδεύεται από ένα κινούμενο (animated) μουσικό βίντεο σε σκηνοθεσία του Jef de Smet.
Τον Ιούνιο ακούσαμε το καινούριο κομμάτι των Villagers of Ioannina City με τίτλο "Ghosts in the Sky". Μετά από περίπου ένα μήνα ακρόασης μπορούμε να πω ότι παραμένει το ίδιο πορωτικό όσο μου είχε φανεί στην πρώτη ακρόαση. Το "Venceremos" αποτελεί το ομότιτλο κομμάτι του επερχόμενου άλμπουμ που αναμένεται να είναι διαθέσιμο στις 18 Σεπτεμβρίου από την Napalm records. Το βίντεο που συνοδεύει το κομμάτι αποτελεί τη συνέχεια της ιστορίας του βίντεο του πρώτου single και μπορείτε να το παρακολουθήσετε παρακάτω:
Live Review: The Offspring w/ Bad Religion & High Vis @ Release Athens, 07.07.2026
Bad Religion Ιουλίου 16, 2026Η συναυλιακή ημέρα της 7ης Ιουλίου 2026 στο πλαίσιο του Release Athens Festival στην Πλατεία Νερού ήταν αφιερωμένη κυρίως στον αμερικανικό punk rock/ pop punk ήχο. Η προσέλευση του κοινού υπήρξε μαζική από νωρίς, με τις καιρικές συνθήκες να μην εμποδίζουν τη ροή του προγράμματος και μιλάω κυρίως για την πρώτη μπάντα που βγήκε στη σκηνή της Πλατείας Νερού κάτω από αφόρητη ζέστη.
Η εμφάνιση των High Vis ξεκίνησε ακριβώς στις 19:00, με το βρετανικό σχήμα να παρουσιάζει έναν δυναμικό post-punk ήχο. Παρά την πρώιμη ώρα και τις επικρατούσες θερμοκρασίες, η μπάντα απέδωσε το υλικό της με υψηλή ενέργεια και εκτελεστική ακρίβεια, μοιράζοντας τα κομμάτια του σετ τους και στους τρεις δίσκους που έχουν. Στο πρόσωπο του Graham Sayle, το σχήμα έχει βρει έναν εξαιρετικό frontman. Ο ήχος τους διατηρήθηκε καθαρός και συμπαγής, γεγονός που βοήθησε στην άμεση ενεργοποίηση των πρώτων παρευρισκόμενων στην αρένα, οι οποίοι ανταποκρίθηκαν θετικά στον ρυθμό και τη σκηνική παρουσία του συγκροτήματος, προσφέροντας το κατάλληλο εισαγωγικό έναυσμα για τη συνέχεια της ημέρας.
Η αλήθεια είναι το απόγευμα της Τρίτης 7 Ιουλίου βρέθηκα στην Πλατεία Νερού για τους Bad Religion, οι οποίοι ανέβηκαν στη σκηνή προσφέροντας ένα εξαιρετικό setlist, το οποίο κάλυψε ένα μεγάλο μέρος της εκτενούς δισκογραφίας τους, αλλά βασίστηκε σε κομμάτια από πολλά - πιο παλιά - ιστορικά άλμπουμ τους. Το συγκρότημα επέδειξε υψηλή εκτελεστική ακρίβεια, με τα χαρακτηριστικά μελωδικά φωνητικά της μπάντας σε πρώτο πλάνο. Βασικά η φωνή του Greg Graffin ακουγόταν να είναι σε πάρα πολύ καλή κατάσταση, απλώς προσωπικά μου έλειψε λίγο μεγαλύτερη ένταση. Η εμφάνισή τους περιέλαβε εμβληματικές συνθέσεις του σχήματος, όπως τα "21st Century (Digital Boy)", "Infected", "Punk Rock Song", "A Walk" και "I Want to Conquer the World", διατηρώντας την ένταση σταθερή καθ' όλη τη διάρκεια της παρουσίας τους.
Η ανταπόκριση του κοινού στην αρένα κατά την εμφάνιση των Bad Religion υπήρξε κάτι παραπάνω από θερμή. Στο μπροστινό μέρος της σκηνής δημιουργήθηκαν mosh pits, ενώ καταγράφηκε έντονη συμμετοχή των παρευρισκόμενων στα ρεφρέν των περισσότερων τραγουδιών. Η μπάντα διατήρησε ελάχιστες παύσεις ανάμεσα στα κομμάτια, επιλέγοντας να δώσει έμφαση στη συνεχή ροή της μουσικής, γεγονός που συνέβαλε στη διατήρηση του ρυθμού στην Πλατεία Νερού μέχρι και την ολοκλήρωση του προγράμματός τους. Η εμφάνισή τους υπήρξε αντάξια του ονόματός τους, αλλά προσωπικά μόνο και μόνο που έπαιξαν το αγαπημένο μου "Anesthesia" με άφησαν απόλυτα ευχαριστημένο. Μας αποχαιρέτησαν με το "American Jesus" ολοκληρώνοντας μια ιστορική συναυλία.
Το κυρίως μέρος της βραδιάς ανήκε στους The Offspring, οι οποίοι κατάφεραν να γεμίσουν την Πλατεία Νερού σε μεγάλο βαθμό. Το setlist τους ήταν δομημένο γύρω από τις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες της καριέρας τους, ξεκινώντας δυναμικά και περιλαμβάνοντας κομμάτια-σταθμούς όπως τα "Come Out and Play", "All I Want", "Want You Bad" και "Staring at the Sun" (το αγαπημένο μου από το "Americana"). Τα μάτια όλων ήταν επικεντρωμένα στον Noodles και στον Dexter Holland οι οποίοι εμφανίστηκαν με μεγάλη ενέργεια, ευχάριστοι και αρκετά ομιλητικοί.
Η ροή του προγράμματος συνεχίστηκε με τη συμπερίληψη των δημοφιλών singles "Bad Habit" και "Gotta Get Away", καθώς και των πιο ρυθμικών "Pretty Fly (For a White Guy)", "Why Don't You Get a Job?" και "The Kids Aren't Alright", τα οποία οδήγησαν σε καθολική συμμετοχή του πλήθους στα φωνητικά μέρη και άπειρο χοροπηδητό. Οι The Offspring ενέταξαν επίσης στο setlist τους ορισμένες διασκευές σε Black Sabbath, Ozzy και Taylor Swift. Ο κόσμος ανταποκρίθηκε πολύ θετικά σε αυτές, αλλά προσωπικά θα προτιμούσα να ακούσω 2,3 δικά τους κομμάτια καλύτερα. Άλλωστε δεν μου λείπει να δω μια πανκ μπάντα να διασκευάζει συνθέσεις κλασικού rock.
Η συναυλία οδηγήθηκε στην κορύφωσή της στο encore, με την εκτέλεση των "You're Gonna Go Far, Kid" και "Self Esteem", προκαλώντας τις εντονότερες αντιδράσεις και άλματα σε όλο το χώρο, μέσα σε ένα πλαίσιο μαζικής ανταπόκρισης. Ήμουν αρκετά επιφυλακτικός μιας και όταν είχα δει το σχήμα πριν από δυο δεκαετίες περίπου (σε ένα Rockwave μαζί με την Siouxsie αν θυμάμαι καλά) μου είχε αφήσει τις χειρότερες εντυπώσεις. Ευτυχώς όμως οι The Offspring εμφανίστηκαν σε μεγάλη διάθεση χαρίζοντας μας μια από τις πιο διασκεδαστικές φετινές συναυλίες.
Η φεστιβαλική δραστηριότητα του Release Athens συνεχίστηκε την Τετάρτη 1 Ιουλίου στην Πλατεία Νερού, με ένα πρόγραμμα προσανατολισμένο στους εναλλακτικούς rock και ηλεκτρονικούς ήχους των τελευταίων δεκαετιών. Δυστυχώς τους Pale Blue Eyes δεν τους πρόλαβα, αλλά είχα πολλή περιέργεια να δω πως θα εμφανίζονταν τα επόμενα δυο ονόματα, τα οποία τα είχα ξαναπαρακολουθήσει πριν από δυο δεκαετίες περίπου. Η προσέλευση του κοινού υπήρξε μαζική, οδηγώντας σε υψηλή πληρότητα του χώρου πριν από την είσοδο των κύριων ονομάτων της βραδιάς. Η διοργάνωση εξελίχθηκε βάσει του προγραμματισμένου χρονοδιαγράμματος, με τον ήχο και τις οπτικές εγκαταστάσεις να ανταποκρίνονται στις τεχνικές απαιτήσεις των δύο μεγάλων προσκεκλημένων acts.
Η εμφάνιση των Garbage ξεκίνησε στις 19:45, με το συγκρότημα να παρουσιάζει ένα πρόγραμμα διάρκειας μίας ώρας και δεκαπέντε λεπτών. Η Shirley Manson και η υπόλοιπη μπάντα στήριξαν το setlist τους τόσο σε πρόσφατες συνθέσεις από τον δίσκο Let All That We Imagine Be the Light, όπως το εναρκτήριο "There's No Future in Optimism", το "Hold", το "Chinese Fire Horse" και το "The Day That I Met God" που έκλεισε την εμφάνισή τους, όσο και σε ιστορικές τους επιτυχίες. Η απόδοση του σχήματος χαρακτηρίστηκε από σταθερότητα, με τα "I Think I'm Paranoid", "Stupid Girl", "Special" και "Push It" να αποτελούν τα σημεία αιχμής του προγράμματος.
Στο ενδιάμεσο του set, οι Garbage ενέταξαν και μια διασκευή του κομματιού "Lovesong" των The Cure, εμπλουτίζοντας τη δομή του προγράμματός τους. Η ανταπόκριση των παρευρισκόμενων υπήρξε ιδιαίτερα θερμή κατά την εκτέλεση του "Only Happy When It Rains", όπου καταγράφηκε η εντονότερη συμμετοχή του κοινού στα φωνητικά. Η ηχητική κάλυψη κατά τη διάρκεια της παρουσίας των Garbage επέτρεψε την καθαρή ανάδειξη των κιθαριστικών μερών και των φωνητικών, εξασφαλίζοντας μια συμπαγή παρουσίαση της εναλλακτικής rock πλευράς του φεστιβάλ.
Στη συνέχεια, ο headliner της βραδιάς Moby ανέλαβε τη σκηνή, συνοδευόμενος από πλήρη ζωντανή μπάντα και γυναικεία φωνητικά, προσφέροντας ένα setlist προσανατολισμένο στις μεγαλύτερες εμπορικές του επιτυχίες. Η έναρξη της εμφάνισής του περιέλαβε τα "Bodyrock", "In My Heart" και "Go", δίνοντας αμέσως έναν έντονα ρυθμικό χαρακτήρα στην αρένα. Η δομή του προγράμματος περιέλαβε ένα mashup του "Next Is The E" με το "Without Me" του Eminem, καθώς και μια διασκευή του "Heroes" του David Bowie, επιβεβαιώνοντας τον πολυσυλλεκτικό χαρακτήρα της ζωντανής του παρουσίασης.
Η απόδοση του Moby και των μουσικών του διατηρήθηκε σε υψηλά επίπεδα ενέργειας, με κομμάτια όπως τα "Why Does My Heart Feel So Bad?", "Raining Again", "Disco Lies", "Honey" και "Extreme Ways" να προκαλούν συνεχή κινητικότητα στην Πλατεία Νερού. Το βασικό μέρος του προγράμματος ολοκληρώθηκε με το "Natural Blues", ενώ για το encore ο καλλιτέχνης επέστρεψε στη σκηνή εκτελώντας τα "Lift Me Up" και "Feeling So Real". Η ανταπόκριση του πλήθους κατά τη διάρκεια του κλεισίματος ήταν καθολική, με την ηλεκτρονική και rave αισθητική των συνθέσεων να κυριαρχεί στην αρένα μέχρι τη λήξη της εκδήλωσης.





